ανισότητα


ανισότητα
[анисотита] ома. Θ. неравенство, неровность,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανισότητα" в других словарях:

  • ανισότητα — η 1. έλλειψη ισότητας: Σε ορισμένες χώρες υπάρχει μεγάλη κοινωνική ανισότητα. 2. (μαθημ.), ποσοτική διαφορά μεταξύ δύο αριθμών ή μεγεθών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανισότητα — η (Α ἀνισότης) [άνισος] έλλειψη ισότητας νεοελλ. μτφ. αδικία, μεροληψία, άνιση κατανομή κοινωνικών δικαιωμάτων ή αγαθών …   Dictionary of Greek

  • ἀνισότητα — ἀνισότης inequality fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνισότητ' — ἀνισότητα , ἀνισότης inequality fem acc sg ἀνισότητι , ἀνισότης inequality fem dat sg ἀνισότητε , ἀνισότης inequality fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανίσωση — Μαθηματικός όρος που αναφέρεται σε μια ανισότητα που έχει μία ή περισσότερες μεταβλητές.Ας είναι f, g δύο τυχαίες πραγματικές συναρτήσεις μιας πραγματικής μεταβλητής με κοινό πεδίο ορισμού τους I (ένα υποσύνολο του συνόλου των πραγματικών… …   Dictionary of Greek

  • άνισος — η, ο (AM ἄνισος, ον) 1. αυτός που δεν είναι ίσος με κάποιον άλλο 2. μτφ. άδικος, μεροληπτικός νεοελλ. ακανόνιστος, ασύμμετρος μσν. ανόμοιος, διαφορετικός αρχ. φρ. 1. «άνισος πολιτεία» η ολιγαρχία 2. οἱ ἄνισοι οι ολιγαρχικοί 3. τὸ ἄνισον η… …   Dictionary of Greek

  • γυναίκα — Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη… …   Dictionary of Greek

  • Ρουσό, Ζαν-Ζακ — (Rousseau, Γενεύη 1712 – Eρμενονβίλ, Ουάζ 1778). Φιλόσοφος του γαλλικού διαφωτισμού. Έπειτα από ανήσυχη και περιπετειώδη νεανική ζωή, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου γνωρίστηκε με τους φιλοσόφους και ιδιαίτερα με τον Ντιντερό. Για την… …   Dictionary of Greek

  • неравьньство — НЕРАВЬНЬСТВ|О (7*), А с. 1.Неравенство: аще ли кто ѿ про||чихъ хощеть лѹчии быти добродѣтелию. и съмѣрениѥмь да прѣбываѥть пьрвѣѥ. ˫ако же инъде къ дрѹгѹмѹ. не сѹщю. равьньствѹ. ни неравьньствѹ. обаче ѥлико ѥже о добродѣтели трѹды боле или мьне… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ανισοψηφία — η ανισότητα στον αριθμό των ψήφων, μη ισοψηφία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανισόψηφος. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό] …   Dictionary of Greek